Elea's Castle
Home About Portfolio Amvologira Xios Center Sights History Google Map Contact En
ΕΛΑΙΑ

.



Περιγραφή


Το χωριό Ελαία, γνωστό και ως «Ελιά», είναι ένα ειδυλλιακό παραθαλάσσιο τουριστικό χωριουδάκι στο Νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου, σε απόσταση μόλις είκοσι λεπτών από το κάστρο της Μονεμβασιάς και ανάγεται στους Μυκηναϊκούς χρόνους. Η αρχαία πόλις έφερε το όνομα ΒΙΑΝΔΙΝΗ και όπως αναφέρουν οι αρχαιολόγοι έχουν βρεθεί πήλινα αγγεία της Πρωτοελλαδικής και της Υστεροελλαδικής Εποχής.

Χτισμένο σε μια από τις ωραιότερες πτυχές του Λακωνικού Κόλπου, με καταγάλανες όμορφες και καθαρές παραλίες ιδανικές για κολύμβηση όπως την Βιανδίνη, τον Μακρύ Γιαλό και τα Τηγάνια, εξασφαλίζουν γαλήνιες διακοπές και στιγμές χαλάρωσης στους παραθεριστές.

Στο μικρό γραφικό λιμανάκι, τα ψαροκάικα και οι βάρκες δίνουν μία μοναδική εικόνα και αποτελούν μια σπάνια ευκαιρία για ψάρεμα στους πλούσιους ψαρότοπους της περιοχής, ενώ ένα καταπράσινο πέπλο από ελαιόδεντρα και πορτοκαλιές σκεπάζει την ευρύτερη περιοχή, συνθέτοντας ένα μοναδικό τοπίο.

Στο υψηλότερο σημείο του πανέμορφου αυτού χωριού με τους φιλόξενους κατοίκους, πάνω σε έναν από τους ομορφότερους και πλέον απόκρημνους παραθαλάσσιους βράχους της Λακωνίας, βρίσκεται το κάστρο και ο πύργος της Ελαίας, με έντονα και ενδιαφέροντα στοιχεία της αμυντικής αρχιτεκτονικής, που τυπολογικά και κατασκευαστικά χρονολογείται στους υστεροβυζαντινούς χρόνους και έχει χαρακτηρισθεί ως μνημείο.

Τουριστικές εγκαταστάσεις, παραδοσιακά καφενεία και ψαροταβέρνες, εξυπηρετούν χειμώνα καλοκαίρι τουρίστες, παραθεριστές και διερχόμενους. Με αφετηρία την Ελιά μπορεί κάποιος να επισκεφθεί την Μονεμβασιά, το Γύθειο, την Λακωνική Μάνη, τα σπήλαια του Δυρού, την Σπάρτη, τον βυζαντινό Μυστρά, τον Γέρακα, το Μοναστήρι της Ευαγγελίστριας, την Ελαφόνησο, την Νεάπολη και τα Κύθηρα.

ΣΠΑΡΤΗ

.

Περιγραφή


Η Σπάρτη είναι πόλη της Πελοποννήσου και πρωτεύουσα του νομού Λακωνίας. Είναι χτισμένη νότια από το κέντρο της αρχαίας ομώνυμης πόλης, κοντά στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα. Η πεδιάδα που απλώνεται γύρω της είναι καταπράσινη από ελιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, και άλλα δέντρα. Στα νοτιοδυτικά υψώνεται το όρος Ταΰγετος με την άγρια ομορφιά του. Στα ανατολικά της πόλης βρίσκεται η οροσειρά του Πάρνωνα, που είναι κατάφυτη από έλατα.

Η πόλη επανιδρύθηκε μετά την απελευθέρωση της χώρας το 1834 και ήταν και η πρώτη στην Ελλάδα που χαράχθηκε με πολεοδομικό σχέδιο. Έχει δεντροφυτεμένους δρόμους, μεγάλες πλατείες, ωραίες νεοκλασικές οικοδομές και πλούσια ύδρευση.

Το ένδοξο παρελθόν της και η κοντινή απόσταση από τον πολυθρύλητο Μυστρά τραβούν την προσοχή πολλών επισκεπτών - τουριστών με προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων στο Γύθειο. Από την αρχαία Σπάρτη σώζονται λείψανα από τους ναούς της Ορθίας Αρτέμιδος, της Χαλκιοίκου Αθηνάς, του Καρνείου Απόλλωνα, καθώς και θέατρο της ρωμαϊκής εποχής.

Αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού. Έχει αξιόλογο αρχαιολογικό μουσείο και μουσείο της ελιάς.. Επικοινωνεί οδικά με την Καλαμάτα και την Τρίπολη, ενώ διαθέτει και μικρό αεροδρόμιο.

Η περιοχή έχει μακραίωνη ιστορία τόσο στην Αρχαιότητα, όσο και στο Μεσαίωνα και τη Νεώτερη Εποχή. Η Σπάρτη και η Λακωνία αναφέρονται από την ελληνική μυθολογία από τον Όμηρο στα έπη του, Ιλιάδα και Οδύσσεια ως ένα από τα ισχυρότερα μυκηναϊκά βασίλεια και έδρα του Μενελάου, αδερφού του βασιλιά Αγαμέμνονα των Μυκηνών την περίοδο πριν τον Τρωικό Πόλεμο. Περίπου το 1100 π.Χ. και μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή εγκαθίστανται Δωριείς. Σταδιακά οι Σπαρτιάτες ενώνονται κάτω από δύο βασιλικές οικογένειες, τους Αγιάδες και τους Ευρυπωντίδες και επεκτείνονται στις γύρω περιοχές δημιουργώντας τον 7ο αιώνα π.Χ. τη γνωστή κοινωνία τους. Αφού υποτάξουν το μεγαλύτερο μέρος της Λακωνίας θα επεκταθούν στη Μεσσηνία και την Αρκαδία συνάπτοντας αρκετές συμμαχίες μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ.

Στους Περσικούς πολέμους οι Σπαρτιάτες δε θα πάρουν μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, αλλά η θυσία των 300 του Λεωνίδα και των 700 Θεσπιέων στο στενό των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. θα γινόταν το συγκλονιστικότερο γεγονός αυτής της περιόδου, καθώς οι Σπαρτιάτες έπεσαν υπακούοντας στον άγραφο νόμο που όριζε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης. Τα επόμενα χρόνια η Αθήνα ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ κάτω από την ηγεσία του Περικλή που η Σπάρτη αποφάσισε με την Πελοποννησιακή Συμμαχία να της κηρύξει τον πόλεμο. Αυτός ονομάστηκε Πελοποννησιακός Πόλεμος από τον ιστορικό Θουκυδίδη και ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Διήρκεσε από το 431 ως το 404 π.Χ. και τελείωσε με συντριπτική νίκη των Πελοποννησίων.

Οι Λακεδαιμόνιοι έφεραν βαρύ οπλισμό, στον οποίο εκπαιδεύονταν από 7 ετών και αριθμούσε 37 κιλά πανοπλίας και γυλιού, 17 κιλά ασπίδας (από δρυ, ορείχαλκο και σίδηρο) και 6 κιλά οπλισμού από δόρατα κρανιάς, κοντό ξίφος και ξυήλη -πριονωτό εγχειρίδιο). Σύνολο, λοιπόν, περίπου 60 κιλά, όσο το βάρος ενός εφήβου. Η πυκνή πολεμική τους διάταξη έγινε γνωστή ως Σπαρτιατική φάλαγγα. Είχαν αναπτύξει την τεχνική του ωθισμού, όπου οι μπροστινές γραμμές ωθούσαν τις γραμμές του εχθρού, ενώ οι συμπολεμιστές πίσω χτυπούσαν τους αντιπάλους με τα δόρατα. Μια άλλη τεχνική ήταν αυτή της ψεύτικης υποχώρησης, όπου οι άντρες σκορπίζονταν προσποιούμενοι άτακτη υποχώρηση και στη συνέχεια επέστρεφαν για να αποδεκατίσουν τους «καταδιώκτες» τους. Ακόμη, ένα άγημα ιππέων υποβοηθούσε στα αριστερά. Στα δεξιά παρατασσόταν οι καλύτεροι στρατιώτες, οι ολυμπιονίκες και οι βασιλείς. Στο κέντρο θέση έπαιρναν οι περίοικοι. Όλοι ακολουθούνταν από βοηθητικούς είλωτες.

Το Μεσαίωνα η Λακωνία είναι απλώς μία μικρή, αγροτική περιοχή χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Το 396 μ.Χ. ο Αλάριχος, ηγέτης των Βησιγότθων, καταστρέφει τη Σπάρτη. Το 586 μ.Χ. κατά τη διάρκεια μίας σλαβικής επιδρομής οι τελευταίοι κάτοικοι της Σπάρτης θα την εγκαταλείψουν για μία πιο ασφαλή τοποθεσία, την Μονεμβασία. Εκείνη την περίοδο αρκετοί Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή.

Το 1205 με την άφιξη στην περιοχή των σταυροφόρων πολλοί τοπικοί άρχοντες, που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί από την Κωνσταντινούπολη καιρό πριν, συντάχθηκαν με τους Φράγκους ενώ άλλοι τους αντιστάθηκαν. Η Λακεδαιμονία έπεσε στα χέρια των Φράγκων μετά από πενθήμερη πολιορκία to 1210.

Το 1249 ο Γουλιέλμος Β' Βιλλαρδουίνος έκτισε ένα κάστρο πάνω σε μία βουνοκορφή του Ταϋγέτου, το Μυστρά ή Μυζηθρά και το 1259 αιχμαλωτίστηκε στη μάχη της Πελαγονίας από τους Βυζαντινούς. Για να αφεθεί ελεύθερος αναγκάστηκε να τους παραδώσει 3 κάστρα, μέσα σε αυτά και το Μυστρά. Μέχρι το 1265 οι κάτοικοι της Λακεδαιμονίας είχαν εγκατασταθεί ομαδικά στο Μυστρά για ασφάλεια. Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν το Δεσποτάτο του Μορέως, με έδρα το Μυστρά και χρησιμοποίησαν τη Λακωνία ως βάση για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου. Η Πελοπόννησος τελικά περιήλθε στην εξουσία τους το 1430, αλλά το 1460 υποτάχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στη νεότερη εποχή η Λακωνία θα εξεγερθεί αρκετές φορές μαζί με άλλες περιοχές εναντίον των Τούρκων αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς οι Τούρκοι θα καταφέρνουν ως το 1800 να νικούν και τους Έλληνες και τους Βενετούς. Το 1821 η περιοχή θα εξεγερθεί με τη βοήθεια των πάντα ανυπότακτων Μανιατών. Ως το 1828 θα καταφέρουν να καταλάβουν τα κάστρα της περιοχής και να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ. Το 1834 αποφασίζεται από την αντιβασιλεία του Όθωνα η οικοδόμηση της πόλης της Σπάρτης στην αρχαία της θέση. Η Σπάρτη και γενικότερα η Λακωνία από εκείνο το σημείο ακολουθούν τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας μέσα από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας. Σήμερα Ο δήμος Σπάρτης έχει πληθυσμό 18.184 κατοίκους.

ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ

.

Περιγραφή


Η Μονεμβασιά, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας. Είναι περισσότερο γνωστή από το μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου "Βράχου της Μονεμβασιάς", που αποτελεί στην κυριολεξία μια μικρή νησίδα που συνδέεται με γέφυρα, σε σχηματιζόμενο λαιμό συνολικού μήκους 400 μέτρων, με τη σημερινή παράλια πόλη επί της λακωνικής ακτής. Στα διασωθέντα κτήρια και τις δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές βυζαντινές εκκλησίες. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλαιάς Μονεμβασιάς βρίσκεται στο Βορρά. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος καταγόταν από τη Μονεμβασιά, όπου και βρίσκεται σήμερα ο τάφος του και ο πληθυσμός της ανέρχεται στους 4.660 κατοίκους.

Η καίρια θέση της Μονεμβασιάς στο θαλάσσιο δρόμο προς την ανατολική Μεσόγειο υπήρξε στο παρελθόν στόχος πειρατικών επιδρομών και επιδρομών ηγεμόνων της Δύσης: το 1147 πλοία του βασιλιά της Σικελίας Ρογήρου Β' προσπάθησαν να την καταλάβουν χωρίς επιτυχία και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν με σοβαρές απώλειες. Μετά από έναν αιώνα, το 1248, ύστερα από πολιορκία τριών χρόνων, ο γιος του Γουλιέλμος Β', κατέλαβε τη Μονεμβασία. Αργότερα ο Γουλιέλμος αιχμαλωτίστηκε από τους Βυζαντινούς στη μάχη της Πελαγονίας το 1259 και αρνήθηκε να παραχωρήσει τις κτήσεις του στην Πελοπόννησο με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή του, ο Μιχαήλ τον κράτησε αιχμάλωτο μέχρι το 1262, οπότε δέχθηκε να παραδώσει στους Βυζαντινούς τα κάστρα της Μονεμβασιάς και του Γερακίου. Ο Μιχαήλ τον τίμησε με τον τίτλο του μεγάλου δομεστίκου, σύμβολο υποτέλειας στην αυτοκρατορία και η Μονεμβασία ορίστηκε έδρα Βυζαντινού στρατηγού και έδρα Ορθόδοξου μητροπολίτη, ενώ παράλληλα παραχωρήθηκαν στους κατοίκους σημαντικά προνόμια. Η ακμή της πόλης υπήρξε ραγδαία: εκτός από την αύξηση του πληθυσμού, που κύρια επίδοσή του ήταν το εμπόριο και η ναυτιλία, δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις για την πνευματική και εκκλησιαστική ανάπτυξη, σε βαθμό που η ως το 1460 περίοδος να θεωρείται «χρυσή εποχή» της πόλης. Την ειρηνική ζωή της Μονεμβασίας κατά τον 14ο και 15ο αιώνα τάραξαν πειρατικές επιδρομές και εσωτερικές συγκρούσεις.

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους ήταν η αφετηρία για την παρακμή της πόλης. Το 1460 ο Μωάμεθ Β' έφθασε στην Κόρινθο, προχώρησε προς τη Λακωνία, κατέλαβε τα φρούρια της Αχαΐας και της Ηλείας και τον Ιούλιο του 1461 παραδόθηκε και το τελευταίο κάστρο του ελληνικού δεσποτάτου. Έτσι, εκτός από τις βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου και τη Μονεμβασία, η τουρκική κατάκτηση της νευραλγικής αυτής για το Βυζάντιο περιοχής είχε ολοκληρωθεί. Στα τέλη του 1463 η Μονεμβασία περιήλθε στους Βενετούς, στους οποίους παρέμεινε ως το 1540, όταν με τη Βενετοτουρκική συνθήκη ειρήνης της 2ας Οκτωβρίου παραδόθηκε στους Τούρκους. Οι περισσότεροι κάτοικοί της τότε την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στα βενετοκρατούμενα νησιά, κυρίως στην Κέρκυρα και στην Κρήτη.

Η ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Βενετούς (1685-1715) είχε ως αποτέλεσμα και την επανεγκατάσταση κατοίκων στη Μονεμβασία, που ορίστηκε πρωτεύουσα του διαμερίσματος της Λακωνίας. Ο πληθυσμός της, όμως, που το 1700 είχε φθάσει στους 8.000 περίπου, μειώθηκε πάλι θεαματικά κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία (1715-1821) και το λιμάνι της δεν παρουσίαζε πια καμιά σχεδόν κίνηση.

Η περιοχή έχει μακραίωνη ιστορία τόσο στην Αρχαιότητα, όσο και στο Μεσαίωνα και τη Νεώτερη Εποχή. Η Σπάρτη και η Λακωνία αναφέρονται από την ελληνική μυθολογία από τον Όμηρο στα έπη του, Ιλιάδα και Οδύσσεια ως ένα από τα ισχυρότερα μυκηναϊκά βασίλεια και έδρα του Μενελάου, αδερφού του βασιλιά Αγαμέμνονα των Μυκηνών την περίοδο πριν τον Τρωικό Πόλεμο. Περίπου το 1100 π.Χ. και μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή εγκαθίστανται Δωριείς. Σταδιακά οι Σπαρτιάτες ενώνονται κάτω από δύο βασιλικές οικογένειες, τους Αγιάδες και τους Ευρυπωντίδες και επεκτείνονται στις γύρω περιοχές δημιουργώντας τον 7ο αιώνα π.Χ. τη γνωστή κοινωνία τους. Αφού υποτάξουν το μεγαλύτερο μέρος της Λακωνίας θα επεκταθούν στη Μεσσηνία και την Αρκαδία συνάπτοντας αρκετές συμμαχίες μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ.

Το 1770 ο μητροπολίτης Μονεμβασίας Άνθιμος ο Λέσβιος όπλισε σώμα Μονεμβασιτών και απέκλεισε τους Τούρκους στο φρούριο, όταν όμως οι πολιορκητές δέχθηκαν την επίθεση των Αλβανών διασκορπίστηκαν και πολλοί αιχμαλωτίστηκαν ή φονεύθηκαν.

Το φρούριο της Μονεμβασίας πολιορκήθηκε κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης από ξηρά και θάλασσα και ύστερα από τετράμηνη πολιορκία παραδόθηκε στους Έλληνες στις 23 Ιουλίου 1821.

ΓΥΘΕΙΟ

.

Περιγραφή


Το Γύθειο είναι ιστορική κωμόπολη και λιμένας που βρίσκεται στη νότια Πελοπόννησο κοντά στις εκβολές του ποταμού Ευρώτα και είναι ο κυριότερος λιμένας του Λακωνικού Κόλπου και ο δεύτερος της νότιας Πελοποννήσου, μετά την Καλαμάτα. Η νότια άκρη της πόλης του Γυθείου ενώνεται μέσω μικρού προβλήτα με ένα μικρονησί, την αρχαία Κρανάη ή Μαραθονήσι, όπου βρίσκεται ο πύργος της οικογένειας Τζανετάκη.

Το σύγχρονο Γύθειο υψώνεται αμφιθεατρικά στους ανατολικούς πρόποδες του αρχαίου "Λαρυσίου όρους", που σήμερα ονομάζεται «Ακούμαρος», ακριβώς πάνω από τον κυρίως λιμένα, που θεωρείται ο ασφαλέστερος της ΝΑ Πελοποννήσου και από τον οποίο πραγματοποιούνται εξαγωγές εσπεριδοειδών (ιδίως πορτοκαλιών), λαδιού, και ελαιών. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στους 4.876 κατοίκους.

Το Γύθειο πρωτοεμφανίζεται στην ιστορία τον 5ο αιώνα π.Χ. Ο Παυσανίας ως ετυμολογία του ονόματος παρουσιάζει στα «Λακωνικά» του την πεποίθηση των αρχαίων κατοίκων ότι σήμαινε «Γη των θεών», από την ομηρική λέξη «Γυία» (Γη) + θεός και αυτό από την παράδοση ότι κάποτε ο Ηρακλής και ο Απόλλων κατά το κτίσιμο της πόλης ήλθαν σε σύγκρουση εξ αιτίας του μαγικού τρίποδα του Μαντείου των Δελφών. Επειδή όμως ο αγώνας δεν αναδείκνυε νικητή, τελικά κατόπιν της μεταξύ τους συνδιαλλαγής αντί Ηρακλείας ή Απολλωνίας ονόμασαν την πόλη "Γη θεών" με συνέπεια να τιμώνται και οι δύο στην πόλη αυτή. Ο μύθος αυτός δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνεύρεση του αχαϊκού και δωρικού πνεύματος, από την εξ ανάγκης αποδοχή και κοινή συγκατοίκηση των Αχαιών (Απόλλων) με τους Δωριείς (Ηρακλείδες) μετά την κάθοδο - επιστροφή τους, αφότου σταμάτησε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα.

Πρώτος που ξεκίνησε τις αρχαιολογικές έρευνες στο Γύθειο ήταν ο Ανδρέας Σκιάς το 1891, όπου και αποκαλύφθηκε το αρχαίο θέατρο του Γυθείου στο βόρειο άκρο της, καθώς και η ακρόπολη δυτικά του θεάτρου. Το έργο εκείνου συνέχισαν πολλοί άλλοι μεταξύ των οποίων και η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή. Σύμφωνα Παυσανία 2 μ.Χ αι., ο Πάρις πέρασε σε αυτό την πρώτη του νύχτα με την Ωραία Ελένη ύστερα από την αρπαγή της και συγκεκριμένα στο νησάκι Κραναή που πήρε το όνομά του από το κράνος που ξέχασε Πάρης φεύγοντας. Την περίοδο 195 π.Χ. - 297 μ.Χ. το Γύθειο φέρεται ανεξάρτητο από τη Σπάρτη, στολισμένο με μαρμάρινα μέγαρα, ναούς θεών και με πολλά καλλιτεχνήματα. Πολλά ερείπια από τη ρωμαϊκή εποχή διασώζονται στην ευρύτερη περιοχή, ενώ από την αρχαιότητα διασώζονται στην παλιά πόλη το αρχαίο θέατρο, στον δε λόφο πίσω από την πόλη τα ερείπια ενός ιερού του Διονύσου. Το 375 μ.Χ. συνέβη ένας μεγάλος σεισμός, όπου το παλιρροιακό κύμα που δημιουργήθηκε καταπόντισε το Γύθειο στα νερά του Λακωνικού Κόλπου θάβοντας ή πνίγοντας τους κατοίκους του, όσοι δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στα γύρω υψώματα. Έτσι, από την παλαιά πόλη έμεινε μόνο ένα τμήμα που σήμερα λέγεται "Παλαιόπολη". Σ΄ αυτό το τμήμα και στον παρακείμενο θαλάσσιο βυθό, βρέθηκαν τα περισσότερα αρχαία μάρμαρα, ψηφιδωτά δάπεδα, τμήματα αγαλμάτων θεών, ηρώων και αρχόντων, καθώς και θεμέλια οικοδομών, που αποτελούν τους θλιβερούς μάρτυρες της άλλοτε λαμπρής πόλης.

Το μεσαίωνα το Γύθειο ήταν τελείως ξεχασμένο. Η τοποθεσία που προϋπήρξε ονομάστηκε «Μαραθονήσι» από το γνωστό μυρωδικό φυτό, το μάραθο, που βλάστανε πλούσια στη νησίδα Κρανάη και τη γύρω στεριά. Οι Μανιάτες που κατοικούσαν στην ενδοχώρα ούτε που πλησίαζαν την περιοχή αυτή αποφεύγοντας αφενός τον τρομερό κίνδυνο της θανατηφόρου ελονοσίας, αφετέρου τις ληστρικές επιδρομές των Οθωμανών κουρσάρων. Οι δε Τούρκοι διατηρούσαν μόνο μία φρουρά στο βόρειο ύψωμα της Σεληνίτσας, και δυτικά της περιοχής το φράγκικο Κάστρο του Πασαβά. Το 1685 οι Ενετοί βρισκόμενοι σε πόλεμο με τους Τούρκους και βοηθούμενοι από τους Μανιάτες κατέλαβαν το Κάστρο του Πασσαβά και εξόντωσαν την εκεί φρουρά. Δύο χρόνια μετά, τον Αύγουστο του 1687, όταν ο Ενετός στρατηγός Πολάνι βοηθούμενος από 6.000 Μανιάτες επιχειρούσε την κατάληψη του Μυστρά, ο θρυλικός τότε ναύαρχος Φραγκίσκος Μοροζίνης, έκανε ν΄ αντηχήσει η νεκρόπολη εκείνη από πολεμική οχλοβοή, κυριολεκτικά αναστήνοντάς την. Αυτή η ιστορική φάση θεωρείται η στιγμή που επανήλθε αυτός o τόπος στο προσκήνιο της νεότερης ιστορίας.

ΜΥΣΤΡΑΣ

.

Περιγραφή


Ο Μυστράς ήταν Βυζαντινή πολιτεία της Πελοποννήσου και απέχει έξι χιλιόμετρα ΒΔ της Σπάρτης. Σήμερα είναι ερειπωμένος, αν και έχουν αναστηλωθεί ορισμένα κτίσματα, όπως τα παλάτια, και αποτελεί πολύτιμη πηγή για τη γνώση της ιστορίας, της τέχνης και του πολιτισμού των δύο τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου. Η ιστορία "της νεκρής πολιτείας" του Μυστρά αρχίζει από τα μέσα του 13ου αιώνα, όταν συμπληρώθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους. Το 1249 ο Γουλιέλμος Β' Βιλλαρδουίνος έκτισε το κάστρο του στην ανατολική πλευρά του Ταϋγέτου, στην κορυφή ενός υψώματος με κωνοειδή μορφή, που λεγόταν Μυστράς ή Μυζυθράς.

Μετά την ήττα των Φράγκων στη μάχη της Πελαγονίας το 1259, το κάστρο του Μυστρά παραχωρήθηκε στο Βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο. Από το 1262 έγινε έδρα βυζαντινού στρατηγού και από τότε άρχισε η κυρίως ιστορική περίοδός του, που διήρκεσε δύο αιώνες. Οι κάτοικοι της γειτονικής Λακεδαίμονος έρχονται και εγκαθίστανται γύρω από το κάστρο, γι' αυτό και η κατοικημένη περιοχή, που ονομάζεται χώρα οχυρώθηκε με τείχος. Αργότερα δημιουργήθηκε και νέα συνοικία, έξω από το τείχος, που ονομάσθηκε κάτω χώρα και προστατεύθηκε επίσης με τείχος. Κατά τα μέσα του 14ου αιώνα ο Μυστράς καθίσταται πρωτεύουσα της Βυζαντινής Πελοποννήσου. Έτσι δημιουργήθηκε το Δεσποτατο του Μωρέως. Τα επόμενα χρόνια ο Μυστράς επεκτείνει την εξουσία του σε όλη την Πελοπόννησο και να γίνει εστία της πολιτικής και πνευματικής ζωής της αυτοκρατορίας, καθώς και το κέντρο της αναγεννήσεως των γραμμάτων και των τεχνών. Σοφοί, καλλιτέχνες και λόγιοι συγκεντρώνονταν στην αυλή του Δεσπότου. Σπουδαιότερος και σημαντικότερος απ' όλους, ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων.

Το 1460 ο Μυστράς παραδίνεται στους Τούρκους και από τότε αρχίζει η παρακμή του. Την περίοδο 1687 έως 1715 τον Μυστρά, όπως και όλη την Πελοπόννησο, τον κατείχαν οι Βενετοί. Και το1770, κατά την επανάσταση του Ορλώφ, ένα μικρό στράτευμα Ελλήνων και Ρώσων έκλεισε την τούρκικη φρουρά μέσα στο κάστρο. Τότε οι Τούρκοι κάτοικοι της πόλεως, αν και παραδόθηκαν με τον όρο να εξέλθουν με τις οικογένειές τους, κατά την έξοδό τους εξολοθρεύτηκαν από απειθάρχητους Μανιάτες, που μόνο χάρη στον τότε Μητροπολίτη που μπήκε μεσ΄ τη μάχη με το σταυρό κατόρθωσε να συγκρατήσει τους Μανιάτες. Στην επανάσταση του 1821 η συμμετοχή του Μυστρά είναι σημαντική. Το 1825 λεηλατήθηκε από τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ και από τότε σιγά σιγά εγκαταλείφθηκε και ιδρύθηκε ο νέος Μυστράς, το σημερινό ομώνυμο χωριό.

ΣΠΥΛΑΙΟ ΔΙΡΟΥ

.

Περιγραφή


Το Σπήλαιο Γλυφάδα (ή Βλυχάδα) Διρού είναι ένα από τα ωραιότερα σπήλαια στον κόσμο. Βρίσκεται στα δυτικά παράλια της Λακωνικής Χερσονήσου, στον Ορμο του Διρού, Δήμος Οιτύλου. Η ύπαρξη του ήταν γνωστή στους ντόπιους από το 1900 περίπου. Κανείς όμως δεν υποψιαζόταν το θαύμα που έκρυβε στο εσωτερικό του μέχρι το 1949, όταν οι ιδρυτές της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας, Γιάννης και Αννα Πετροχείλου, άρχισαν να το εξερευνούν συστηματικά. Εως το 1960 είχαν εξερευνηθεί και χαρτογραφηθεί 1.600 μέτρα ενώ σήμερα το γνωστό μήκος του σπηλαίου ξεπερνά τα 14 χιλιόμετρα! Το 1970 έγινε η πρώτη υποβρύχια εξερεύνηση.

Το σπηλαίο άρχισε να σχηματίζεται πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Οι σταλακτίτες και οι σταλαγμίτες που σήμερα βρίσκονται κάτω από το νερό σχηματίστηκαν όταν η επιφάνεια της θάλασσας βρισκόταν πολύ χαμηλότερα από το σημερινό της επίπεδο. Το νερό μέσα είναι υφάλμυρο και έχει μεγάλη σκληρότητα. Η θερμοκρασία του είναι περίπου 14 C, ενώ του αέρα κυμαίνεται από 16 έως 19 C.

Η φυσική του είσοδος έχει διάμετρο μόλις μισού μέτρου και βρίσκεται πολύ κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας. Σε παλαιότερες εποχές το σπηλαίο είχε και άλλες εισόδους οι οποίες σταδιακά έκλεισαν.Μέσα στο σπήλαιο έχουν βρεθεί απολιθωμένα οστά πάνθηρα, ύαινας, λιονταριού, ελαφιού, κουναβιού και το μεγαλύτερο κοίτασμα ιπποπόταμων στην Ευρώπη. Κοντά στην φυσική του είσοδο έχουν βρεθεί κεραμικά που υποδηλώνουν την ανθρώπινη παρουσία.

ΜΑΝΗ

.

Περιγραφή


Η Μάνη είναι ιστορική περιοχή της Πελοποννήσου που καλύπτει τη χερσόνησο του Ταϋγέτου. Περιλαμβάνει τις άλλοτε επαρχίες του Γυθείου και Οιτύλου της Λακωνίας. Η συνολική της έκταση φθάνει τα 1800 τ.χλμ. Ο συνολικός πληθυσμός της το 1961 έφθανε τους 20.300 κατοίκους, που ζούσαν σε 150 περίπου οικισμούς. Αποτελούσε μια διοικητικά αυτόνομη, πολιτισμικά συμπαγή, ιστορικά και οικιστικά ξεχωριστή περιοχή στα χρόνια του Βυζαντίου και την Τουρκοκρατία.

Πρόκειται για μια περιοχή κυρίως ορεινή, με άνυδρο και άγονο έδαφος, με κλίμα τραχύ το χειμώνα και πολύ θερμό το καλοκαίρι, πολύ αραιοκατοικημένη σήμερα. Υπάρχουν πολλές εκδοχές για την προέλευση της ονομασίας Μάνη.Η κυριότερη είναι εκείνη που παραπέμπει στο κτίσιμο του περίφημου κάστρου της Μαΐνης, στις αρχές του 10ου αι.

Σύμφωνα με αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή, η Μάνη ήταν κατοικημένη από την παλαιολιθική εποχή. Τα ευρήματα στο Σπήλαιο Απήδημα και ο "Ταινάριος άνθρωπος" έχουν αυξήσει κατακόρυφα το επιστημονικό ενδιαφέρον για την περιοχή. Για πρώτη φορά συναντάμε αναφορές σε πόλεις της περιοχής από τον Όμηρο.

Οι πρώτοι κάτοικοι, κατά τον περιηγητή Παυσανία, ήταν οι Λέλεγες. Ακολούθησαν οι Αχαιοί και οι [Δωριείς]]. Για τους επόμενους αιώνες η ιστορία της Μάνης ταυτίστηκε με τη Σπάρτη. Στα ρωμαϊκά χρόνια αποτέλεσε ιδιαίτερη ομοσπονδία, «το Κοινό των Λακεδαιμόνιων». Στα βυζαντινά χρόνια, κατά τον αποικισμό των Σλάβων στην Πελοπόννησο τον 8ο μ.Χ. αιώνα, εγκαταστάθηκαν Σλάβοι στη Μάνη και κυρίως στις πλαγιές τουΤαϋγέτου. Οι Μανιάτες έγιναν χριστιανοί στα μέσα του 9ου αιώνα, όταν ήρθε ο Νίκων ο Μετανοείτε για να τους σταθεροποιήσει την πίστη στο χριστιανισμό. Με την πάροδο του χρόνου, με την επίδραση της χριστιανικής θρησκείας και κυρίως με την επικοινωνία και επιμειξία των Σλάβικων χωριών με τους Έλληνες κατοίκους, μετά τον εκχριστιανισμό συνετελέσθη και ο εξελληνισμός αυτών. Στους αιώνες που ακολουθούν οι κάτοικοι της περιοχής αποσύρονται στα ορεινά του Ταϋγέτου, όταν οι Άραβες σπέρνουν τον τρόμο στα ελληνικά παράλια.Αργότερα οι Φράγκοι δυσκολεύτηκαν πάρα πολύ να υποτάξουν τους Μανιάτες, και τελικά αρκέστηκαν στο να χτίσουν τρία φρούρια: του Πασσαβά, της Μεγάλης Μάνης και του Λεύκτρου, για να εξασφαλίσουν τη γενική επίβλεψη της περιοχής.

Αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, η Μάνη έγινε το επίκεντρο σημαντικών γεγονότων. Το Μάιο του 1460, που ο Μωάμεθ ο Β' μπήκε στην Πελοπόννησο, γνωρίζοντας τον ιδιότυπο χαρακτήρα των Μανιατών δεν εξεστράτευσε εναντίον τους, αλλά προσπάθησε να προσεταιριστεί τον αρχηγό τους, Κροκόδειλο Κλαδά, για να έχει τη στήριξή του στην προδιαγραφόμενη σύρραξη μεταξύ Τούρκων και Ενετών. Οι Μανιάτες απόκρουσαν τις προσφορές του Τούρκου κατακτητή και συμμάχησαν με τους Ενετούς.

Οι Μανιάτες πολέμησαν με κάθε τρόπο τους Τούρκους. Ουσιαστικά η Μάνη ποτέ δεν υποτάχθηκε. Το μεγαλύτερο διάστημα οι Τούρκοι την άφηναν υπό τη διακυβέρνηση ενός Μπέη, με μοναδική υποχρέωση να πληρώνει φόρο 4.000 γρόσια το χρόνο, που ούτε και αυτό έκανε. Παράλληλα, το απρόσβλητο της περιοχής έκανε πολλούς κατοίκους από τουρκοκρατούμενες περιοχές να καταφεύγουν στη Μάνη.

Μετά την ηρωική περίοδο της επανάστασης του 1821, στις προσπάθειες του Ιωάννη Καποδίστρια και του Όθωνα να ανασυντάξουν σε ενιαίο κράτος τις απελευθερωμένες περιοχές, οι Μανιάτες αντιστέκονταν στο να υποταχθούν στην κυβέρνηση του ελληνικού κράτους, αντιδρώντας στο διοικητικό σύστημα πού επιβλήθηκε. Η αντίδραση τους αυτή εκδηλώθηκε ένοπλα, και σημαδεύτηκε με τη δολοφονία του Καποδίστρια από τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, γιο του οπλαρχηγού και ηγεμόνα της Μάνης. Οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης λόγω της φτωχής σε νερό και χώμα γης της Μάνης, ώθησε οικογένειες να χωριστούν και να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη.

]]>